καταιθύσσω

καταιθύσσω
καταιθύσσω
a fall in waves down c. acc.

πλόκαμοι ἅπαν νῶτον καταίθυσσον P. 4.83

b shed over c. acc. & dat.

Κάστορος. εὐδίαν ὃς μετὰ χειμερίαν ὄμβρον τεὰν καταιθύσσει μάκαιραν ἑστίαν P. 5.11


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • καταιθύσσω — (Α) 1. κυματίζω, κινούμαι γρήγορα πέρα δώθε («ἅπαν νῶτον καταίθυσσον πλόκαμοι», Πίνδ.) 2. διαχέω («Κάστωρ καταιθύσσει ἑστίαν» ο Κάστωρ στέλνει τη λάμψη του στην εστία, Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + αἰθύσσω «ανακινώ, ταράζω»] …   Dictionary of Greek

  • καταιθύσσει — καταιθύσσω wave pres ind mp 2nd sg καταιθύσσω wave pres ind act 3rd sg καταιθύσσω wave pres ind mp 2nd sg καταιθύσσω wave pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταίθυσσον — καταιθύσσω wave imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) καταιθύσσω wave imperf ind act 1st sg (homeric ionic) καταιθύσσω wave imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) καταιθύσσω wave imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταιθύσσουσα — καταιθύσσω wave pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) καταιθύσσω wave pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταιθύσσων — καταιθύσσω wave pres part act masc nom sg καταιθύσσω wave pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθύσσω — αἰθύσσω (Α) 1. θέτω σε βίαιη κίνηση, ανακινώ, ταράζω 2. (για φύλλα) σειέμαι, ανατριχιάζω, αναρριγώ 3. (αμτβ.) πετάω, ανεβαίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθω εκφραστικός (λόγω τής καταλήξεως ύσσω) ενεστώτας, που χρησιμοποιείται συνήθως με μεταφορική σημασία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”